12 Δεκ 2017

Η απόφαση του πρόεδρου των ΗΠΑ Τράμπ αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ δυναμιτίζει την εύθραυστη ισορροπία στην Μέση Ανατολή



Κατ΄αρχήν να διευκρινήσουμε ότι η Ιερουσαλήμ είναι «Ιερή Πόλη» και για τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες: Τον Ιουδαϊσμό, τον Χριστιανισμό και το Ισλάμ.
Για τους Εβραίους: Ο Σολομώντας έχτισε τον μεγαλοπρεπή ιουδαϊκό ναό που καταστράφηκε λίγους αιώνες αργότερα από τους Βαβυλώνιους. Σήμερα σώζεται μόνο ένα τμήμα του τείχους από την περίοδο του Δεύτερου Ναού, το γνωστό «Τείχος των Δακρύων» ή «Δυτικό Τείχος» που είναι και ο ιερότερος τόπος λατρείας των Εβραίων.

Για τους μουσουλμάνους: Στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ βρίσκεται το τρίτο ιερότερο προσκύνηματικό μνημείο για το Ισλάμ - μετά τη Μέκκα και τη Μεδίνα - το τέμενος Αλ – Ακσά. Οι μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι ο Μωάμεθ μεταφέρθηκε από το Μασγίντ αλ-Χαράμ της Μέκκας στο αλ-Άκσά κατά τη διάρκεια του Νυχτερινού Περίπλου. Στην ισλαμική παράδοση ο Μωάμεθ προσευχόταν προς αυτό το σημείο μέχρι τον 17ο μήνα μετά την Eγίρα, όταν ο Θεός τον έστρεψε προς την Καάμπα.

Για τους χριστιανούς:
Στην Ιερουσαλήμ βρίσκεται ο Ναός του Παναγίου Τάφου, κορυφαίος χώρος προσκυνήματος για τους Χριστιανούς αφού εκεί πιστεύεται πως εναπόθεσαν τη σορό του Ιησού Χριστού μετά τη Σταύρωση αλλά και άλλοι ιεροί τόπο για την χριστιανοσύνη όπως ο Κήπος της Γεσθημανής και το όρος των Ελαιών.

Το 1947 , με την αποχώρηση των Αγγλο-Γάλλων αποικιοκρατών από την Μέση Ανατολή, για την υπό βρετανική κατοχή Παλαιστίνη ο ΟΗΕ αποφάσισε τον διαχωρισμό της σε δύο διαφορετικά κράτη: Παλαιστινιακό και Ισραηλιτικό.

Το ίδιο συνέβει και με την πόλη της Ιερουσαλήμ το καθεστώς της οποίας διέπεται από αυτή την απόφαση του ΟΗΕ του 1947. Το νεοσύστατο κράτους του Ισραήλ με πόλεμο κέρδισε τον έλεγχο της Δυτικής Ιερουσαλήμ όπου ζούσε και το μεγαλύτερο μέρος του εβραϊκού πληθυσμού. Η Ιορδανία πήρε τον έλεγχο ανατολικής πλευράς, όπου κυριαρχεί το αραβικό στοιχείο και βρίσκονται τα πιο ιερά προσκυνηματικά μνημεία. Κατά τον επόμενο πόλεμο, αυτό των «Έξι Ημερών» το 1967 το Ισραήλ κατέλαβε την ανατολική Ιερουσαλήμ και ουσιαστικά προσάρτησε μονομερώς αυτά τα τμήματα της πόλης για να σχηματίσει έναν δήμο υπό το Ισραήλ. Την ανατροπή αυτή ΔΕΝ αναγνωρίζει η διεθνής Κοινότητα.

Η Ιερουσαλήμ είναι μήλον της έριδος στην αραβο-ισραηλινή διαμάχη: Οι Παλαιστίνιοι θέλουν , προφανώς και δικαίως, η ανατολική Ιερουσαλήμ να είναι η πρωτεύουσα του κράτους τους και να χτίσουν στην περιοχή Αμπού Ντις το κοινοβούλιο τους. Από την άλλη, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπέντζαμιν Νετανιάχου επιμένει μέχρι σήμερα πως η Ιερουσαλήμ είναι «η αιώνια και αδιαίρετη πρωτεύουσα» των Ισραηλινών.

Η απόφαση του πρόεδρου των ΗΠΑ Τράμπ αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ και η μεταφορά εκεί της αμερικάνικης πρεσβείας, δυναμιτίζει την εύθραυστη ισορροπία στην Μέση Ανατολή. Η συνταύτιση του με το Εβραϊκό κράτος συσπειρώνει εναντίον του τους μουσουλμάνους όλων των αποχρώσεων, εξοργίζει τους Άραβες,δυναμιτίζει περαιτέρω τις εύθραυστες ισορροπίες στην Μέση Ανατολή. Στα ήδη ανοιχτά μέτωπα σε αυτόν τον μικρής έκτασης γεωγραφικό χώρο: επιχείρηση διάλυσης της Συρίας , Ισλαμικό χαλιφάτο (ISIS) σε Συρία και Ιράκ, Κουρδικό, Tουρκικός Αναθεωρητισμός, έρχεται αν προστεθεί μία ανιστόρητη ενέργεια που αδικεί για πολλοστή φορά πρωτίστως τον Παλαιστινιακό Λαό.

Η ειρήνη και η συνύπαρξη των Λαών στην Μέση Ανατολή υπηρετούνται με άλλο τρόπο, όχι με ιμπεριαλιστικές πρακτικές και ανιστόρητες αποφάσεις.


11.12.17 «Πρωτοβουλία 14ης Μάη»

3 Δεκ 2017

Είτε ως «Κένυα», είτε ως «Τζαμάϊκα», η επόμενη Γερμανική κυβέρνηση μας χρωστάει το ίδιο


Άρθρο του μέλους της Συντονιστικής Επιτροπής του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα Γιώργου Παπαγιαννόπουλου στην HuffingtonPost

«Δεν πρόκειται για ένα αίτημα που διατυπώνεται για πρώτη φορά. Αντιθέτως έχει διατυπωθεί εδώ και χρόνια, το αργότερο από τη Συνθήκη 2+4 από διάφορες ελληνικές κυβερνήσεις.» υπενθύμιζε στην “Deutsche Welle” ο γερμανός δημοσιογράφος και ειδήμων σε ελληνικά ζητήματα Έμπερχαρντ Ρόντχολτς.

«Πρόκειται για ένα θέμα το οποίο θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Όταν η μια πλευρά λέει συνεχώς ότι δεν μιλάμε γι΄ αυτό, αυτό δεν σημαίνει ότι το θέμα θεωρείται λήξαν. Θα ήταν προτιμότερο να έχει διαπραγματευτεί η γερμανική πλευρά με την ελληνική, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, παρά να υποστηρίζει συνεχώς ότι το θέμα θεωρείται λήξαν λόγω παρέλευσης χρόνου. Αυτό δεν ισχύει νομικά. Το θέμα θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο της πολιτικής σκακιέρας και όχι των δικαστηρίων, όπου βρισκόταν επί χρόνια, αν όχι δεκαετίες...» (σημείωνα σε άρθρο μου στο «Παρόν» στις 23.03.15).

Υπενθυμίζω τηλεγραφικά τις οφειλές και αποζημιώσεις που μας οφείλονται από το πέρας του Β’ Παγκοσμίου πολέμου: «…Για τους λόγους αυτούς η ελληνική κυβέρνηση πρέπει επιτέλους να ζητήσει από τη γερμανική: 1) Την καταβολή της αποζημίωσης που μας επιδίκασε η Διεθνής Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων (7.100 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, αγοραστικής αξίας 1958) με τους τόκους. 2) Την εξόφληση του κατοχικού δανείου (3.500 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, με τους τόκους). 3) Την καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα της θηριωδίας των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής. 4) Την επιστροφή των αρχαιολογικών θησαυρών, που Γερμανοί αξιωματικοί αφαίρεσαν από τα μουσεία μας και τους αρχαιολογικούς μας χώρους. Οι αναβολές που εξασφάλισε η Γερμανία για την εξόφληση των πολεμικών χρεών της που έληξαν το 1995», έγραφε σε επιστολή του το 2010, προς την τότε ελληνική κυβέρνηση, το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα.
Θα αναφερθώ σε ένα μόνο θέμα από τα εκκρεμή, αυτό του κατοχικού δανείου. Την εποχή της κατοχής, η Ελλάδα είχε μετασχηματιστεί σε ένα πρώτης τάξεως πεδίο οικονομικού «πειράματος» που λειτουργούσε αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του Άξονα, με βαρύτατο κόστος για τον ελληνικό πληθυσμό. Κατά την διάρκεια μιας έκτακτης ιταλογερμανικής Δημοσιονομικής Συνδιάσκεψης εμπειρογνωμόνων στη Ρώμη το 1942, ο Ιταλός τραπεζίτης και οικονομικός πληρεξούσιος της Ιταλίας στην Ελλάδα Ντ′ Αγκοστίνι πρότεινε τη λύση του επίσημου αναγκαστικού δανείου.

Δηλαδή οι Ιταλοί και οι Γερμανοί αποφάσισαν μονομερώς να λαμβάνουν υπό τη μορφή δανείου πρόσθετα ποσά, πέρα από τις υπέρογκες δαπάνες κατοχής, για τις ανάγκες των πολεμικών τους μετώπων στη Βόρεια Αφρική, τα Βαλκάνια, τη Σοβιετική Ένωση. Η σχετική συμφωνία υπεγράφη στις 14/3/1942 από τους πληρεξούσιους της Γερμανίας και της Ιταλίας στην Ελλάδα, Άλτενμπουργκ και Γκίτζι. Η Ελλάδα βέβαια δεν είχε προσκληθεί και δεν ήταν παρούσα. Ενημερώθηκε για το γεγονός λίγες μέρες μετά με ρηματική διακοίνωση.

Η δανειακή σύμβαση αποτελούσε μια συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας που επιβαλλόταν στην Ελλάδα. Στη συνέχεια η Γερμανία και η Ιταλία υπέγραψαν σύμβαση με την Ελλάδα και το δάνειο από αναγκαστικό έγινε συμβατικό. Σύμφωνα με ό,τι κατά καιρούς έχει υποστηριχθεί από γερμανικής πλευράς, η Ελλάδα, δήθεν, «έχει αποζημιωθεί», ή, δήθεν, κάποια «ελληνική κυβέρνηση έχει παραιτηθεί» (χωρίς να λέγεται ποια), ή «το θέμα έχει οριστικά κλείσει» ή, τάχα, «οι ελληνικές αξιώσεις έχουν απωλέσει τη νομιμοποιητική τους βάση».

Όπως όμως με συνέπεια και σθένος υποστηρίζει το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης: α) καμία κυβέρνηση δεν έχει παραιτηθεί των ελληνικών αξιώσεων αλλά αντίθετα το ζήτημα έχει τεθεί επισήμως περισσότερες από 15 φορές, β)οι γερμανικές οφειλές στο σύνολό τους έχουν ισχυρή ηθική και ιστορική βάση, πλήρη νομική θεμελίωση και δεν υπόκεινται σε παραγραφή και γ) ο αγώνας διεκδίκησής τους κρατά πάνω από 70 χρόνια και έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις την τελευταία εικοσαετία, μετά την επανένωση της Γερμανίας.

Επισημαίνω ότι συνέπεια των πολλαπλών μεθοδεύσεων αρπαγής του πλούτου του ελληνικού λαού (εκτύπωση και κυκλοφορία κατοχικών μάρκων που δεν είχαν καμία αξία, δήμευση μετοχών ελληνικών επιχειρήσεων, επίταξη και ληστεία τροφίμων, πολύτιμων μετάλλων και άλλων υλικών, λήψη του κατοχικού δανείου, κλήρινγκ κ.α.), ήταν η πλήρης ανατροπή της λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας και ο πληθωρισμός που έλαβε δραματικές διαστάσεις, η διάλυση του παραγωγικού και κοινωνικού ιστού και ο φοβερός λιμός που εξόντωσε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες.

Σήμερα, 73 χρόνια μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, οφείλουμε να συνεχίσουμε τον δρόμο της διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών. Την απόδοση του οφειλόμενου χρέους, ηθικού και ιστορικού, που, σύμφωνα με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και το Πόρισμα της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Διεκδίκησης υπερβαίνει τα 278 δις ευρώ.

Είτε ως «Κένυα», είτε ως «Τζαμάϊκα», με οποιαδήποτε μορφή κι αν προκύψει η επόμενη κυβέρνηση, η Γερμανία εξακολουθεί να μας χρωστάει κι όποια μεθόδευση κι αν επιλέξει δεν θα μπορέσει ποτέ να απαλλαγεί απ’ αυτή την οφειλή της.


Γ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ